Virtual Aviation Reference
REDSTAR
Download Airplane Comparisons and other useful materials    
 
Αρχική Σελίδα
Διάφορα
     
ΔΙΑΦΟΡΑ, Αυτοκινούμενο A/A σύστημα μέσου βεληνεκούς, Ελαφρύ, τροχοφόρο, τεθωρακισμένο όχημα , αυτοκινούμενο ICBN, Αρμα μάχης "BLACK EAGLE", Υποβρύχιο τύπου 955 Borey

ΤΣΕΤΣΕΝΙΑ
- Οι άγνωστες αεροπορικές επιχειρήσεις
Τα οπλικά συστήματα που χρησιμοποίσε η Ρωσική Αεροποία
Μόνο οι νεκροί έχουν δει το τέλος του πολέμου (ΠΛΑΤΩΝ)

   
ΤΣΕΤΣΕΝΙΑ - Οι άγνωστες αεροπορικές επιχειρήσεις
Τα οπλικά συστήματα που χρησιμοποίσε η Ρωσική Αεροποία
Μόνο οι νεκροί έχουν δει το τέλος του πολέμου (ΠΛΑΤΩΝ)
Του Κωνσταντίνου Πανιτσίδη

Η Τσετσενία (πρώην Δημοκρατία της Σοβιετικής Ένωσης) με έκταση που δεν ξεπερνά τα 10.000 τετ. χλμ., συνορεύει με τη Ρωσία, το Νταγκεστάν, τη Γεωργία και την Ινγκουσετία. Το 1990-91 μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης η βουλή της Τσετσενο-Ινγκουσε'τια ψήφισε την ανακήρυξη της σε αυτόνομη δημοκρατία και αποχώρησε από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Όμως η Ρωσία δεν αναγνώρισε ποτέ την αυτόκλητη ανεξαρτησία της Τσετσενίας. Έτσι δημιουργήθηκαν προβλήματα που στο τέλος έγιναν πραγματικός πονοκέφαλος για την κυβέρνηση της Ρωσίας.

Mε την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων από την Τσετσενία το 1992, παρέμειναν στους Τσετσένους 265 αεροσκάφη και δυο σμηναρχίες Αrmavirskogo VVAUL, με αντιαεροπορικά συστήματα της ΡVΟ και μια πλήρως οργανωμένη εκπαιδευτική βάση. Από τα 265 τα 149 ήταν εκπαιδευτικά αεροσκάφη L-29 και L-39 που είχαν και τη δυνατότητα να μεταφέρουν μη κατευθυνόμενους πυραύλους UB-16 ή φορτίο βομβών βάρους 250 kg. Τα υπόλοιπα αεροσκάφη ήταν ΜiG διαφόρων τύπων. Όλη αυτή η δύναμη ήταν μοιρασμένη στ' αεροδρόμια των Τσετσένων-Grozni-Severni, και Κalinovskaya. Η αντιαεροπορική κάλυψη των αεροδρομίων (PVO) γινόταν από 8 έως 10 ΖSU-23-4 « Shilka» και ΖU-23 και πυροβόλα DshKA, προσαρμοσμένα σε τροχοφόρα οχήματα.

1ός - Πόλεμος
(29 Νοεμβρίου 1994 -1 η Σεπτεμβρίου 1996)
Τι έγινε στον αέρα κατά τον πρώτο πόλεμο της Τσετσενίας από το Σε-πτέμβριο του 1994 μέχρι το 1995; Με ποιον εχθρό τελικά πολέμησε η πολεμική αεροπορία της Ρωσίας και ποιος ήταν ο τρόπος δράσης της. Για να απαντήσουμε σ' αυτά τα ερωτήματα θα πάμε λίγο πίσω στο 1992, όταν τα ρωσικά στρατεύματα με την διαταγή της πολιτικής ηγεσίας αποχωρούσαν από την Τσετσενία αφήνοντας στο καθεστώς του Dudaev ένα μεγάλο αριθμό οπλικών συστημάτων όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω. Πιο αναλυτικά στο αεροδρόμιο Κalinovskaya στάθμευαν 80 εκπαιδευτικά/μαχητικά αεροπλάνα L-29 « Delfin» και 39 πιο σύγχρονα L-39 « Albatros», τρία μαχητικά ΜίG-17, δύο ΜiG-15UTI, έξι μεταφορικά Αn-2 και δύο ελικόπτερα Μi-8. Στο αεροδρόμιο Hankala παρέμεναν 69 L-29 και 72 L-39. Όλα τα «Delfin» και «Albatros» είχαν αναβαθμιστεί και εξοπλιστεί με πυλώνες για μεταφορά μέχρι δυο καλάθων ρουκετών UΒ-16 ή φορτίο βομβών 250 kg. Στα αεροδρόμια Hankala, Kalinovskaya, και στο Groznii-Severnii, είχαν αρχίσει το 1994 να κατασκευάζονται διάδρομοι και τροχό-δρομοι με σκληρή επικάλυψη. Την αντιαεροπορική κάλυψη γύρω από αυτά παρείχαν ΖSU «Shilka», συστήματα ΖU-23 και πολυβόλα DShk, που είχαν τροποποιηθεί για πυρά εναντίον εναέριων στόχων. Ας δούμε πρώτα σε ποια κατάσταση βρισκόταν όλος αυτός ο εξοπλισμός των Τσετσένων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες των ρωσικών υπηρεσιών, τον Νοέμβριο του 1994, το 40% της δύναμης των αεροσκαφών περίπου 100 αεροσκάφη, ήταν έτοιμα να δράσουν, ενώ τα υπόλοιπα παρέμεναν στο έδαφος από βλάβες και έλλειψη ανταλλακτικών. Πέραν τούτου τα πληρώματα ήταν ανεπαρκή και με ελλιπή εκπαίδευση, ενώ στην ουσία δεν υπήρχαν πιλότοι για να πετάξουν τα μαχητικά αεροσκάφη. Ένας αριθμός πιλότων είχαν σταλεί για εκπαίδευση στην Τουρκία (σύμφωνα με διάφορες πηγές αυτοί
ήταν μεταξύ 40 και 100), που όμως δεν είχαν επιστρέψει όταν άρχισαν οι εμπλοκές. Έτσι επιστρατεύτηκαν οι πιλότοι της πολιτικής αεροπορίας ενώ χρησιμοποιήθηκαν και εκείνοι που μόλις είχαν τελειώσει την εκπαίδευση τους στη Σχολή. Με αυτό το προσωπικό το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να παίξουν το ρόλο του καμικάζι. Εκτός από αυτούς, στο Groznii, βρισκόταν και ένα γκρουπ από πιλότους-μισθοφόρους (επίσημα ονομαζόταν «εκπαιδευτές»). Σε αριθμό έφταναν τους οκτώ με δέκα και ήταν πρώην πιλότοι της Σοβιετικής Αεροπορίας προερχόμενοι από διάφορες δημοκρατίες. Προς το βράδυ στις 29 Νοεμβρίου σε μερικά αεροδρόμια της Ρωσίας στη στρατιωτική περιοχή του Καυκάσου είχαν μετασταθμεύσει περίπου 140 αεροσκάφη ( Sυ-25, Sυ-22Μ και Sυ-24). Όλη αυτή η δύναμη ανήκε στην 4η Σμηναρχία της Ρωσικής Αεροπορίας, η οποία στη συνέχεια ενισχύθηκε με αεροσκάφη αναγνώρισης και βομβαρδιστικά μεγάλης εμβέλειας που μετακινήθηκαν από διάφορες περιοχές της Ρωσίας. Ταυτόχρονα δύναμη ελικοπτέρων της Αεροπορίας Στρατού είχε αναπτυχθεί στα αεροδρόμια Mozdol, Beslan και Kizlyar. Επρόκειτο για 25 ελικόπτερα Μi-24, 28-Μi-8 και 2 Μi-26). Τριάντα (30) μεταφορικά αεροσκάφη, (Αn-12, Αn-22, Αn-26, Αn-124 «Ruslan» και IL-76), άρχισαν τη μεταφορά οπλιτών και βαρέως υλικού (πυροβόλα, τεθωρακισμένα οχήματα κ.λπ.) στα αεροδρόμια Μοzduk και Beslan. Εκτός από τη δύναμη αυτή στην εμπλεκόμενη περιοχή είχε σταλεί μια μοίρα με 12 ελικόπτερα Mi-8ΜΤ του Στρατού Εσωτερικής Ασφάλειας.
Για πρώτη φορά πάνω από την Τσετσενία πέταξαν τα αναγνωριστικά Su-24ΜΚ συλλέγοντας πληροφορίες της διάταξης μάχης των Τσετσένων.
Aπό την αναγνώριση αυτή επιβεβαιώθηκε ότι οι Τσετσένοι προετοιμάζονταν για εμπλοκές.
Μετά από αυτό η εισβολή του ομοσπονδιακού Στρατού ήταν πλέον ζήτημα ωρών.
Τις πρωινές ώρες της 1ης Δεκεμβρίου αεροσκάφη-εγγύς υποστήριξης Su-25 έπληξαν με ρουκέτες και βόμβες τα αεροδρόμια Κalinivskaya και Ηankala. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης καταστροφή των αεροσκαφών «Delfin», «Albatros». ΜiG-17 και ΜiG-15UTI, από τα οποία ούτε ένα δεν πρόλαβε να απογειωθεί. Ο αιφνιδιασμός πέτυχε και η τσετσένικη αεράμυνα πιάστηκε στον ύπνο με αποτέλεσμα να μην σημειωθεί ούτε μία απώλεια στα ρωσικά αεροσκάφη. Το μεσημέρι βομβαρδίστηκε το αεροδρόμιο του Grozni-Severnii, όπου κτυπήθηκαν δεκάδες αεροσκάφη, Τέσσερα Αn-2 έξι Τu-134 και το προσωπικό αεροσκάφος του Dudaev καθώς και τρία ελικόπτερα Μi-8 και ένα Τu-154. Και αυτή τη φορά χωρίς απώλειες η ρωσική αεροπορία έκανε πολύ καλά τη δουλειά της βομβαρδίζοντας με μεγάλη ακρίβεια χωρίς να καταστρέψει τα κτίρια και το διάδρομο προσγείωσης.
Στις 11 Δεκεμβρίου, τρεις φάλαγγες του Ρωσικού Στρατού πέρασαν από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις τα σύνορα της Τσετσενίας. Έκτοτε ο κύριος ρόλος της αεροπορίας ήταν η υποστήριξη των επιχειρήσεων στο έδαφος. Από τις πρώτες κιόλας στιγμές του πόλεμου οι ρωσικές δυνάμεις βρέθηκαν μπροστά σε μια ισχυρή αντίσταση των ανταρτών. Οι τελευταίοι είχαν εξοπλιστεί με αρκετά Α/Α όπλα, με αποτελέσματα στις 12 Δεκεμβρίου να βληθούν και να υποστούν σοβαρές ζημιές τα πρώτα 4 ελικόπτερα Μi-24. Τα Α/Α συστήματα ΖU-23 ήταν εγκαταστημένα σε τροχοφόρα οχήματα τύπου ΚΑΜΑΖ, ενώ πυροβόλα μεγάλου διαμετρήματος DShk είχαν εγκαταστηθεί σε τζιπ «Cheroki», «Toyota» και UΑΖ-469. Στις αρχές του πόλεμου ο αριθμός των ΖU-23 ήταν περίπου 40, ενώ των πυροβόλων περίπου 80. Εκτός από αυτό, οι Τσετσένοι είχαν στη διάθεση τους και 20 ΖSU «Shilka». Μερικά από αυτά ήταν εφοδιασμένα με ραντάρ εγκλωβισμού και καθοδήγησης. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι είχαν βάλει εναντίον αεροσκαφών που πετούσαν υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες και από μεγάλη απόσταση.
Ακόμα οι Τσετσένοι αντάρτες χρησιμοποίησαν αντιαεροπορικά φορητά συστήματα «Strela-3», «Igla-1», αλλά και «Stinger». Η κατοχή τους σε μικρό αριθμό από τους αντάρτες, έκανε αρκετές φορές για τους πιλότους των ομοσπονδιακών (ρωσικών) αεροσκαφών τη «ζωή» πολύ δύσκολη. Όμως, χάρη στη χρήση θερμοβολίδων αυτά δεν υπέστησαν καμία κατάρριψη. Αυτό μάλλον οφείλεται όχι μόνο στα αντίμετρα, αλλά και στη μη επαρκή εκπαίδευση των ανταρτών στη χρήση των συστημάτων αυτών. Σε μεγάλη κλίμακα χρησιμοποιήθηκαν εναντίον των αεροσκαφών και ελικοπτέρων τα βομβιδοβόλα τύπου RPG-5 και RPG-7, ειδικά όταν αυτά πετούσαν χαμηλά. Σε μια αποστολή κατά του Grozni ένα RGP-5/7 κτύπησε ένα ελικόπτερο Μi-24 στο σύστημα μετάδοσης της κίνησης στο κύριο στροφείο. Ο πιλότος δεν έχασε την ψυχραιμία του και κατάφερε να πετάξη επί 40 λ. και να γυρίσει στο αεροδρόμιο του.

Οι απώλειες
Η πρώτη απώλεια των ομοσπονδιακών σημειώθηκε στις 14 Δεκεμβρίου. Στην περιφέρεια Novogo Sharoya ελικόπτερο Μi-8, εκτελούσε μεταφορά φορτίου από ιατρικό υλικό, κτυπήθηκε από πυροβόλο (μάλλον μεγάλου διαμετρήματος). Ο πιλότος μπόρεσε να προσγειώσει το ελικόπτερο στην ελεγχόμενη περιοχή από τους αντάρτες. Αμέσως μετά την προσγείωση οι Τσετσένοι σκότωσαν τον κυβερνήτη και τον συγκυβερνήτη, ενώ ο βαριά τραυματισμένος ιπτάμενος-μηχανικός πέθανε στην αιχμαλωσία. Μετά από μερικές μέρες ένα ελικόπτερο Μi-8ΜΤ που μετέφερε τραυματίες κτυπήθηκε από ένα RGP. Όλοι οι επιβαίνοντας σκοτώθηκαν.
Υπήρξαν ακόμη δυο περιπτώσεις με αεροσκάφη Su-25. Ένα από αυτά γύρισε στο αεροδρόμιο με κατεστραμμένο το οριζόντιο πτέρωμα, ενώ το δεύτερο με κατεστραμμένο τον ένα του κινητήρα. Συνολικά φθορές και ζημίες σημειώθηκαν σε 15 αεροσκάφη και μία κατάρριψη ενός Su-25,το οποίο κτυπήθηκε από τα πυρά ενός ΖSU «Shilka». Ο πιλότος πρόλαβε να εγκαταλείψει το αεροσκάφος, αλλά οι αντάρτες τον εκτέλεσαν επί τόπου.
Τις αεροπορικές επιθέσεις κατά των ανταρτών δυσκόλεψαν σε μεγάλο βαθμό οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, οι οποίες, σε πολλές περιπτώσεις απαγόρευσαν τη χρησιμοποίηση όπλων ακριβείας κατευθυνόμενων με ηλεκτροοπτικους μηχανισμούς ή Laser. Τα αεροσκάφη Su-24Μ που χρησιμοποιήθηκαν μπορούσαν να επιχειρούν με ακραίες καιρικές συνθήκες ημέρα και νύκτα για την εκτέλεση βομβαρδισμών από πολύ μεγάλο ύψος.
Από τους βομβαρδισμούς αυτούς επλήγησαν στρατιωτικές εγκαταστά σεις των ανταρτών, το εργοστάσιο επισκευής αρμάτων «Krasni Molot» και εγκαταστάσεις μέσων μαζικής ενημέρωσης. Στις 22 Δεκεμβρίου 1994 ένα σμήνος από 4 Sυ-24 βομβάρδισε με βόμβες ΡΑΒ-500 μια φάλαγγα Τσετσένων ανταρτών που εκινείτο προς το Grozni, στην οποία προκάλεσαν σοβαρές απώλειες. Βομβάρδισαν επίσης και τις γέφυρες του ποταμού Sunzha.
Αργότερα, στις 17 και 18 Ιανουαρίου 1995 αεροσκάφη εγγύς υποστηρίξεως Su-25, είχαν προσβάλλει τους αντάρτες του Dudaev στην πόλη Grozni ενώ με μαζικό βομβαρδισμό έπληξαν το κτίριο της βουλής, χρησιμοποιώντας μη κατευθυνόμενες ρουκέτες και βόμβες BetAB-500 (Βunker Bursting -καταστροφής οχυρών).
Τα αποτελέσματα του βομβαρδισμού αυτού, όπως αποκάλυψαν υπο-κλαπείσες συνομιλίες, ήταν εξόχως καταστρεπτικά.
Ο αριθμός των νεκρών δεν αναφέρθηκε επίσημα από τους Τσετσενους. Σύμφωνα με τις πηγές των Ρώσων στις κατακόμβες είχαν σκοτωθεί περίπου 130 άτομα.
Πράγματι οι πιλότοι πέτυχαν μεγάλη ακρίβεια στα κτυπήματα τους. Δύο, βόμβες (bunker-bursting charge) διαπέρασαν το κτίριο της βουλής από την κορυφή μέχρι το υπόγειο, ενώ οι υπόλοιπες πέντε κατάστρεψαν υπόγειες διαδρομές σε μεγάλο βάθος. Οι μη κατευθυνόμενες ρουκέτες είχαν χρησιμοποιηθεί εναντίον αρμάτων και οχημάτων προσωπικού (ΤΟ-ΜΠ) ΒΤR που είχαν μαζευτεί για να προστατεύσουν τη Βουλή.
Στις 25 Ιανουαρίου 1995 η βουλή της Ingushetia διαμαρτυρήθηκε στη ρωσική βουλή επειδή η Αεροπορία των Ρώσων είχε βομβαρδίσει μια κατοικημένη περιοχή στο Bamute. Πράγματι ο βομβαρδισμός αυτός έγινε τις πρωινές ώρες της 25 Ιανουαρίου από 18 αεροσκάφη τύπου Su-25, όχι όμως στην κατοικημένη περιοχή όπως είχε ανακοινωθεί, αλλά εναντίον τεσσάρων σιλό διηπειρωτικών πυραύλων που ναι μεν είχαν απενεργοποιηθεί, όμως χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση ειδών εξοπλισμού. Το αποτέλεσμα ήταν ότι καταστράφηκαν τα «σιλό» και τα σημεία έλεγχου που βρίσκονταν σε μεγάλο βάθος.
Η Ρωσική Αεροπορία βομβάρδισε τις κατοικημένες περιοχές Arshti και Shali, επειδή εκεί βρισκόταν ένα πολύ μεγάλο τμήμα των αποθηκών οπλισμού, το οποίο καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τα αεροσκάφη 5υ-25. Στο Shali βομβάρδισαν τους αντάρτες όπου είχαν συγκεντρωθεί σε μεγάλους αριθμούς.
Στις 6 Φεβρουαρίου ο ομοσπονδιακός Στρατός, χωρίς καμία αντίσταση, μπήκε στην Sunzhu και «καθάρισε» την περιοχή από τους αντάρτες. Ενώ η αεροπορία έδωσε πάλι μεγάλη μάχη σε περιοχές που ήταν υπό έλεγχο των ανταρτών στο Grozni-Chernorech'e και Katayama όπου υπήρχε πολύ ισχυρή αντιαεροπορική κάλυψη. Για να μην έχουν απώλειες, τα ελικόπτερα του στρατού για πρώτη φορά χρησιμοποίησαν τους πυραύλους ΝΑR S-24, χωρίς προηγούμενα να έχουν πιστοποιηθεί σ' αυτά. Το βεληνεκές του πυραύλου έφθανε μέχρι και 6-7 km, και τα πληρώματα μπορούσαν να βάλλουν εναντίον του στόχου, μένοντας έξω από την περιοχή της αντιαεροπορικής ζώνης των Τσετσένων, φυσικά με μειωμένη αποτελεσματικότητα.
Αρκετές φορές η Αεροπορία του Στρατού και η Πολεμική Αεροπορία εκτελούσαν από κοινού τις αποστολές. Στις 10 Φεβρουάριου 11 ελικόπτερα Μi-24 και 6 Su-25 έπληξαν στόχους των ανταρτών στην περιοχή Τα ελικόπτερα Μί-24 κτυπούσαν κυρίως άρματα μάχης και ΤΟΜΑ ΒΤR.

Οι απώλειες των τελευταίων ήταν σημαντικές.
Από τις 6 μέχρι 20 Μαρτίου στην Τσετσενία επικράτησε σχετική ησυχία. Όμως αυτό δεν κράτησε για πολύ. Η Αεροπορία Στρατού αναπτύχθηκε στα αεροδρόμια Μοzdok, Beslan, Hankla και Groani-Severni και αυξήθηκε η δύναμη της από 55 σε 105 ελικόπτερα, από τα οποία, τα 52 ήταν επιθετικά Μi-24.
Ο κύριος οπλισμός των βομβαρδιστικών Su-24Μ ήταν κατευθυνόμενες βόμβες (ΚΑΒ) βάρους 500 kg με καθοδήγηση λέιζερ (ΚΑΒ-500L) και TV (ΚΑΒ-500ΚR) καθώς και κατευθυνόμενοι πύραυλοι Χ-25ΜL. Βαριές βόμβες ΚΑΒ-1500L με καθοδήγηση λέιζερ χρησιμοποιήθηκαν σε ελάχιστες περιπτώσεις από τα Su-25. Ευρέως χρησιμοποιήθηκαν και βόμβες ελεύθερης πτώσης. Τα αεροσκάφη αυτά πραγματοποιούσαν τον βομβαρδισμό από ύψη 4.000-5.000 μέτρων και με ταχύτητες 800-900 χλμ./ωρα.
Την ίδια περίοδο άρχισαν να πραγματοποιούν πτήσεις εναέριου έλεγχου και τα αεροσκάφη Α-50 ΑWACS.
Πετούσαν σχεδόν ασταμάτητα συνοδευόμενα κατά την εκτέλεση της αποστολής τους από αεροσκάφη αναχαίτισης Μig-31 και Su-27.

Απολογισμός των αεροπορικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια του Ιου Πολέμου
Η Ρωσική Αεροπορία εκτέλεσε ένα σύνολο 17.241 αποστολών, που αναλύονται στη συνέχεια

Τακτική Αεροπορία (Αεροπορία Μετώπου)
Αποστολές 13.842 (22.532 ώρες πτήσεων). Τα είδη των αποστολών ήταν: Αποστολές εγγύς αεροπορικής υποστήριξης: 1.115
Επιθετικές αναγνωρίσεις: 1.284
Αποστολές τακτικής αναγνώρισης: 1.198
Ναρκοθέτηση: 584 αποστολές
Αποστολές αναμετάδοσης εκπομπών: 169
Έρευνα και διάσωση: 169
Ηλεκτρονικού πόλεμου: 5
Άλλες αποστολές: 3.662
Αναλώσεις:
Βόμβες: 35.041 από τις οποίες μόνον 81 ήταν κατευθυνόμενες
Κατευθυνόμενα βλήματα: 31
Ρουκέτες: 73.491
Καύσιμα: 52.461 τόνοι
Στρατηγική Αεροπορία
Αποστολές: 1 72 (737 ώρες πτήσης)
Βομβαρδισμοί εναντίον προκαθορισμένων στόχων: 60 έξοδοι.
Ναρκοθέτηση: 65 αποστολές
Φωτισμός στόχων (ρίψη φωτιστικών βομβών), αποστολές: 24
Κατάδειξη στόχων, αποστολές: 23
Αναλώσεις:
Βόμβες: 2.287
Φωτιστικές βόμβες: 2.479
Αεροπορία Μεταφορών
Αποστολές: 3.227 (15.033 ώρες πτήσης)

Οι απώλειες των ανταρτών
Οι απώλειες του αντιπάλου από τη δράση της Ρωσικής Αεροπορίας είχαν μια σημαντική έκταση. Τ' αεροσκάφη που καταστράφηκαν στο έδαφος έφθασαν σε αριθμό τα 166, από τα οποία τα 155 ήταν L-29 και L-39, ενώ σε περισσότερα από 100 προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές. Ανάλογες ήταν οι απώλειες σε τεθωρακισμένα οχήματα και οχήματα κάθε κατηγορίας, ενώ περισσότερα από 110 Α/Α συστήματα καταστράφηκαν ή εξουδετερώθηκαν. Το σύστημα διοίκησης και ελέγχου εξαρθρώθηκε σε μεγάλη έκταση με την καταστροφή έξι δορυφορικών τηλεπικοινωνιακών σταθμών και 33 αναμεταδοτών, ενώ υπήρξαν σοβαρές καταστροφές στο σύστημα εφοδιασμού των ανταρτών και σε έργα υποδομής.

Ο 2ος πόλεμος
Μετά την αποχώρηση ενός μεγάλου τμήματος Στρατού από την Τσε-τσενία, περιορίστηκαν και οι εμπλοκές των ανταρτών με τα ρωσικά στρατεύματα που παρέμειναν εκεί. Οι εσωτερικές διάφορες μεταξύ των Τσετσένων παρέμεναν ένα μεγάλο πρόβλημα, ενώ η εγκληματικότητα και η παρανομία αποτελούσαν μια καθημερινή πραγματικότητα. Η πρώτη εμπλοκή του 2ου πολέμου, έγινε στις 7 Αυγούστου 1999 όταν ένα απόσπασμα από αντάρτες εισέβαλε στο γειτονικό Νταγκεστάν. Η αεροπορία ανέλαβε δράση και βομβάρδισε με επιτυχία τις θέσεις των ανταρτών.
Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου (1999) η Ρωσία δεχόταν ένα μπαράζ από εκρήξεις σε πολυκατοικίες της Μόσχας και σε άλλες μεγάλες πόλεις με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 300 πολίτες. Αυτή σχεδόν ήταν και η κυριότερη αφορμή για να ξεκινήσουν οι ρωσικές δυνάμεις ασφαλείας για δεύτερη φορά των πόλεμο κατά των Τσετσένων αυτονομιστών. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν που ανέλαβε την προεδρία της χώρας, αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα μια και καλή, με την ισχύ των όπλων. Μια δύναμη εισβολής από 90.000 άνδρες κινήθηκε με ταχύτητα και κατέλαβε τις πιο κρίσιμες περιοχές της Τσετσενίας.
Συγκριτικά με των προηγούμενο πόλεμο η δομή και η δύναμη της αεροπορίας δεν είχαν μεταβληθεί.
Τις αποστολές τακτικής αναγνώρισης είχαν αναλάβει και εκτελούσαν τ' αεροσκάφη ΜiG-25 RΒ, Su-24ΜΚ και Αn-30Β. Ακόμη χρησιμοποιήθηκαν μη επανδρωμένα αναγνωριστικά αεροχήματα τύπου «Stroi»/ «Pchela-1Τ» που μπορούσαν να επιχειρούν όμως μόνο την ημέρα και υπό καλές καιρικές συνθήκες. Τα Su-25 και Su-24Μ χρησιμοποιήθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο όπως και στον 1ο πόλεμο. Το Su-24Μ με δυνατότητες παντός καιρού, με ένα αποτελεσματικό σύστημα ναυτιλίας-στόχευσης και με μια μεγάλη γκάμα μεταφοράς οπλισμού πύραυλων «αέρος-εδάφους», κατευθυνόμενες βόμβες ΚΑΒ-500, ΚΑΒ-1500L η ΚΑΒ-1500ΤΚ, χρησιμοποιήθηκαν για την προσβολή των πιο σημαντικών στόχων. Τα θωρακισμένα Su-25 που αναδείχθηκαν αποτελεσματικά και αξιόπιστα στον πόλεμο του Αφγανιστάν και στον πρώτο πόλεμο της Τσετσενίας, μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιήσουν τρεις τύπους πυραύλων «αέρος-εδάφους». Τα αεροπλάνα αυτά δεν ήταν εφοδιασμένα με καινούργια συστήματα που να τους επιτρέπουν να πραγματοποιούν τις αποστολές τους κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Συνολικά στους δυο μήνες της εμπλοκής εκτελέστηκαν περίπου 2.000 έξοδοι σε όλα τα είδη αποστολών. Τα Su-25 πέταξαν πάνω από 1.000 εξόδους και τα Su-24Μ πάνω από 800. Ο αριθμός των συνολικών εξόδων αυξήθηκε στις 3.000 πριν τελειώσει ο Νοέμβριος. Για πρώτη φορά στον πόλεμο αυτό χρησιμοποιήθηκαν και τα καινούργια οπλικά συστήματα της αεροπορίας, Κa-50 ελικόπτερα/αεροσκάφη Su-25Τ, και τα εκσυγχρονισμένα μαχητικά ελικόπτερα Μi-24
.

     
Download Airplane Comparisons and other useful materials
 
Αρχική Σελίδα